<a href="http://villageproductions.gr/alterego/right_nav/movie.php">Η ταινια</a> <a href="http://villageproductions.gr/alterego/right_nav/cast_crew.php">Cast & Crew</a> <a href="http://villageproductions.gr/alterego/right_nav/downloads.php">Downloads</a> <a href="http://villageproductions.gr/alterego/right_nav/soundtrack.php">Μουσικη</a> <a href="http://villageproductions.gr/alterego/right_nav/events.php">Δημοσιευματα</a> <a href="http://villageproductions.gr/alterego/right_nav/aithouses.php">Αιθουσες</a> <a href="http://villageproductions.gr/alterego/right_nav/gallery.php">Αρχειο φωτογραφιων</a> <a href="http://villageproductions.gr/alterego/right_nav/merchandise.php">Merchandising</a>

Σημειώσεις για την παραγωγή

Η δημιουργία μιας ταινίας είναι δουλειά ομαδική, από όλες τις απόψεις. Τα βήματα που οδήγησαν στη δημιουργία και την ολοκλήρωση του ALTER EGO το αποδεικνύουν αυτό περίτρανα. Χρειάστηκε πολύς χρόνος, πολλή δουλειά, υπομονή, επιμονή και διαδοχικές αλλαγές σε όλα τα στάδια της παραγωγής, από τη σύλληψη της ιδέας του σεναρίου μέχρι την κόπια zero, ώστε να έχουμε μία ταινία όπως ακριβώς την είχαμε φανταστεί.

Όλα ξεκίνησαν από το όραμα της Village Productions να δημιουργήσει μία ταινία φρέσκια, μοντέρνα και πρωτοποριακή για τα ελληνικά δεδομένα, με πρωταγωνιστή έναν καλλιτέχνη που είναι καταξιωμένος στο χώρο της ελληνικής και ξένης μουσικής, τον Σάκη Ρουβά. Το όραμα και τις ιδέες της Village Productions ανέλαβε να μετουσιώσει σε ένα σενάριο η Βάνα Δημητρίου.

Μετά από πολλά drafts, αναρίθμητες ιδέες που έπεσαν στο τραπέζι, αλλεπάλληλες συναντήσεις με όλους τους συντελεστές της παραγωγής και τα στελέχη της Village Productions δημιουργήθηκε η ταινία που θα δούμε στη μεγάλη οθόνη. Η Λίλυ Παπαδοπούλου, γενική διευθύντρια της Village Productions και παραγωγός της ταινίας σημειώνει, «Για το σενάριο αυτό δούλεψαν πάρα πολλά άτομα και στην πορεία υπήρξαν πολλές αλλαγές. Γράφτηκαν 10 προσχέδια σεναρίου για να καταλήξουμε στην τελική μορφή του ALTER EGO, γιατί θέλαμε το αποτέλεσμα να μας ικανοποιεί 100%».

Ο σκηνοθέτης και συν-σεναριογράφος της ταινίας, Νικόλας Δημητρόπουλος, συμμετείχε σε αυτήν τη δημιουργική διαδικασία προσπαθώντας να φτάσει το project σε ένα άλλο επίπεδο. Όπως σημειώνει χαρακτηριστικά και ο ίδιος, «παρόλο που είχα αρχίσει από μικρός να γράφω από χόμπι - καθώς η βασική μου ιδιότητα είναι αυτή του σκηνοθέτη – δεν άργησα να συνειδητοποιήσω το πόσο σημαντικό είναι το σενάριο σε μία ταινία. Όπως λέει και ο Χίτσκοκ, τα τρία πιο σημαντικά πράγματα σε μία ταινία είναι το σενάριο, το σενάριο, το σενάριο! Σαν σεναριογράφος, προσπαθώ πάντα να ισορροπώ τα συναισθήματα. Σε μία ταινία δεν πρέπει να είναι κυρίαρχο μόνο ένα συναίσθημα. Το κοινό θέλει να αισθάνεται ότι βρίσκεται συνεχώς σε ένα ταξίδι. Αυτός ήταν και ο βασικός μου στόχος με το ALTER EGO». Την ικανότητα του Νικόλα να «παίζει» με τα συναισθήματα σημειώνει και ο Σάκης Ρουβάς, «ο Νικ έχει το προσόν να εναλλάσσει διαρκώς τα συναισθήματα των βασικών χαρακτήρων, είτε μέσω του σεναρίου, είτε μέσω των σκηνοθετικών του επιλογών, δίνοντας έτσι άλλο 'αέρα' στην υπόθεση και στους ηθοποιούς και ως εκ τούτου και στην ταινία…»

Παρότι τα προβλήματα είναι αναπόφευκτα σε μία παραγωγή, η καλή προετοιμασία βοηθά να ξεπεραστούν. Η Ντορέττα Παπαδημητρίου σημειώνει σχετικά, «είχαμε κάνει τόσες πρόβες και είχαμε μελετήσει τόσο καλά τους ρόλους μας που ακόμα και στις δραματικές σκηνές, όπου χρειάζεται μεγαλύτερη συγκέντρωση και η φόρτιση είναι έντονη, όλα κύλησαν ομαλά.» Υπήρξαν βέβαια και άλλου τύπου δυσκολίες…πολύ πιο ουσιαστικές! Η Δανάη Σκιάδη, η οδηγός του πούλμαν, δεν ήξερε να οδηγεί, όταν της έγινε η πρόταση να συμμετάσχει στο ALTER EGO. «Αναγκάστηκα να ξεκινήσω μαθήματα οδήγησης, προκειμένου να μπορέσω να παίξω την Αριάδνη. Η οδήγηση ήταν πάντα από τις μεγαλύτερες φοβίες μου, οπότε ήταν για μένα μία υπέρβαση και είμαι πολύ υπερήφανη με τον εαυτό μου που τα κατάφερα!».

Στην περίπτωση του ALTER EGO, η ομάδα των ηθοποιών ήταν καθοριστικής σημασίας για το τελικό αποτέλεσμα. Ο σκηνοθέτης της ταινίας σημειώνει χαρακτηριστικά, «Αυτό που με ιντριγκάρει περισσότερο στη σκηνοθεσία είναι ότι μπορείς να στήσεις μία ιστορία γύρω από τους ηθοποιούς με τους οποίους συνεργάζεσαι. Οι ηθοποιοί είναι το βασικό σου εργαλείο. Δεν έχει σημασία, ακόμα και αν έχεις βρει τις καλύτερες τοποθεσίες γυρισμάτων, ακόμα και αν έχεις χρησιμοποιήσει τα καλύτερα μηχανήματα και κάμερες. Αν η επιλογή των ηθοποιών δε είναι η σωστή, ό,τι και αν κάνεις, δεν αποδίδει».

Με τη βοήθεια της Ελευθερίας Δημητρομανωλάκη, της casting director, όλοι οι ηθοποιοί που είχαν υπογράψει για να παίξουν στην ταινία ήταν εξαιρετικοί και ειδικά επιλεγμένοι, ώστε να περάσουν στο κοινό το κλίμα της παρέας, της ανεμελιάς, αλλά και της σταδιακής ωρίμανσης.

O Χάρης Αντωνόπουλος, πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της Village Roadshow Greece και παραγωγός του ALTER EGO σημειώνει σχετικά, «μετά την επιτυχία της Πολίτικης Κουζίνας, αποφασίσαμε να περάσουμε στην άλλη όχθη και να κάνουμε μία ταινία πιο μοντέρνα και νεανική. Η επιλογή των ηθοποιών ήταν καθοριστικής σημασίας. Εκείνο που μας ενδιέφερε δεν ήταν απλά να βρούμε ταλαντούχους επαγγελματίες, αλλά μία ομάδα που να μπορεί να 'δέσει' και να περάσει στο κοινό ως ένα γκρουπ. Παράλληλα, αναζητήσαμε νέους ανθρώπους, που να είναι περισσότερο γνωστοί από τη θητεία τους στο θέατρο, παρά από την τηλεόραση. Και για ένα πράγμα είμαι πλέον σίγουρος…άσχετα με το αν θα πάει καλά η ταινία, οι ηθοποιοί που έπαιξαν σε αυτήν είναι σίγουρο ότι θα έχουν την αναγνώριση που τους αξίζει μετά το τέλος αυτού του project».

Ένα άλλο χαρακτηριστικό της παραγωγής - όσο και αν ακούγεται τετριμμένο - είναι το πόσο καλά πέρασαν όλοι στα γυρίσματα και η παρέα που δημιουργήθηκε μετά το τέλος του ALTER EGO. Οι φιλίες που αναπτύσσονται μεταξύ των ανθρώπων κατά τη δημιουργία μίας ταινίας είναι κάτι το μοναδικό. Ο Νικόλας σημειώνει, «Δουλεύεις ατελείωτες ώρες κάθε μέρα, σε περίεργα μέρη και κάτω από περίεργες συνθήκες, αλλά τελικά καταλήγεις να βρίσκεσαι με μία ομάδα ανθρώπων που με τον καιρό θεωρείς ότι είναι η οικογένειά σου». Στο ίδιο κλίμα συνεχίζει και η Μαίρη Λούση, παρόλο που η παραμονή της στα γυρίσματα διήρκεσε μόνο μία εβδομάδα, «αν έφτιαχνα ένα κύκλο και έπρεπε να βάλω μέσα αυτό που μου άρεσε πιο πολύ από την ταινία, ειλικρινά θα είχα μεγάλη δυσκολία να διαλέξω, γιατί πολύ απλά θα ήθελα να είναι όλοι και όλα μέσα σε αυτόν!» Όσο για τον Δημήτρη Κουρούμπαλη, σημειώνει σχετικά, «Αυτό δεν ήταν ταινία ήταν συμβίωση. Για τρεις μήνες, απαίτησε όλη την ενέργειά μου, μου έδωσε ικανοποίηση σε μεγάλες δόσεις, με εξάντλησε και με αναζωογόνησε. Σαν σχέση δηλαδή, διαλεκτική, απαιτητική, ανταποδοτική και γεμάτη εκπληκτικές εμπειρίες».

Η συμμετοχή του Σάκη Ρουβά, ο οποίος για πρώτη φορά παίζει - και μάλιστα πρωταγωνιστεί - σε μία ταινία, είναι το άλλο βασικό συστατικό που άλλαξε τους συσχετισμούς, έδωσε φρέσκο αέρα και την απαιτούμενη λάμψη στο project. Όπως τονίζει ο Νικόλας, «ο Σάκης έψαχνε πραγματικά το ρόλο και ήταν πρόθυμος να ακούει σχόλια και συμβουλές, προκειμένου να μάθει και να βελτιωθεί.» Ο Κωστής Καλλιβρετάκης προσθέτει, «δεν θα ξεχάσω ποτέ τον επαγγελματισμό που επέδειξε ο Σάκης. Ένας άνθρωπος, που παρόλο που οι δρόμοι μας μέχρι πρότινος ήταν τελείως διαφορετικοί, μου απέδειξε ότι στην Τέχνη δεν υπάρχουν στεγανά». Το ίδιο πιστεύει και ο Αλέξανδρος Λογοθέτης, ο οποίος τονίζει ότι, «η συνεργασία με το cast ήταν άψογη, και σε αυτό, καθοριστικό παράγοντα έπαιξε και ο Σάκης, ο οποίος ενσαρκώνει την έννοια του επαγγελματία, όντας ταυτόχρονα ένας φωτεινός, αλλά και χαμηλών τόνων ‘σταρ’, που ότι βάλει στο μυαλό του το καταφέρνει».

Το υψηλό επίπεδο της παραγωγής συνέβαλε, ώστε τα γυρίσματα να ολοκληρωθούν μέσα στα χρονικά όρια που είχαν τεθεί, αλλά και να δημιουργήσει τις ιδανικές συνθήκες για το συνεργείο και τους ηθοποιούς, προσφέροντας την απαιτούμενη ασφάλεια και ηρεμία που είναι απαραίτητες για τη δημιουργία μίας ταινίας. Εντυπωσιασμένη από την παραγωγή, έμεινε και η Ευδοκία Στατήρη, η οποία αναφέρει, «οι μεταμορφώσεις των χώρων και των προσώπων, η καλή επικοινωνία με το συνεργείο, αλλά και η συνολική τεχνική και αρτιότητα της ταινίας, είναι κάτι που το συναντάς μόνο στις παραγωγές που γίνονται στο εξωτερικό».

Οι τοποθεσίες που επιλέχτηκαν για τα γυρίσματα ήταν περιοχές της Αττικής και της Θεσσαλονίκης. Σε κάθε περίπτωση, βασική επιδίωξη ήταν να «μεταμορφωθούν» οι τοποθεσίες και οι εσωτερικοί χώροι με τέτοιο τρόπο - και πάντα με τη βοήθεια και την καθοδήγηση του Δημήτρη Κατσίκη -, ώστε να ανταποκρίνονται σε μία ιδιαίτερη αισθητική, προσδίνοντας ένα πρωτότυπο αποτέλεσμα που να ταιριάζει με το όραμα της σκηνοθεσίας, του σεναρίου και της παραγωγής.

Ακόμα μία πρωτιά για το ALTER EGO είναι το ότι είναι η πρώτη ελληνική παραγωγή που θα «ταξιδέψει» στο εξωτερικό, και συγκεκριμένα στο Λονδίνο, για το post production. Στο Λονδίνο, όπου υπάρχει η τεχνική υποδομή και το know how, η ταινία θα σκαναριστεί, θα δουλευτούν τα χρώματα, θα ρυθμιστούν τα ειδικά εφέ και θα βελτιωθεί η τελική εικόνα. Ειδική επεξεργασία θα γίνει και στον ήχο. Επίσης, το ALTER EGO θα είναι η πρώτη ελληνική παραγωγή που θα προβληθεί και σε digital μορφή στις αίθουσες των Village Cinemas.

Σαν Village Productions για το Post Production, επιλέξαμε να ακολουθήσουμε την τεχνική του digital scanning στο εξωτερικό, συγκεκριμένα στην Ascent Media, σε ένα από τα πιο εξελιγμένα τεχνολογικά studio στον κόσμο, όπου γίνεται to post production μεγάλων αμερικανικών blockbusters, όπως το "Casino Royale". Aυτή η επεξεργασία της εικόνας είναι κάτι που γίνεται για πρώτη φορά για ελληνική κινηματογραφική ταινία. Η όλη διαδικασία και ομάδα τεχνικών που χρησιμοποιήθηκε για το scanning, την επεξεργασία και τα “green box effects” της εικόνας μας, είναι η ίδια που χρησιμοποιήθηκε στις ταινίες "Lord of the rings" και "Casino Royale".

Ο διευθυντής φωτογραφίας Διονύσης Κιτσίκης, ο οποίος είχε επιλέξει να γίνει η κινηματογράφηση με prime lenses, αναφέρει, «Ξεφορτώνουμε όλη την ταινία σε σκληρούς δίσκους και την επεξεργαζόμαστε ψηφιακά. Μετά, μέσω λέιζερ, όλο το υλικό μεταφέρεται στο φιλμ. Οπότε έχουμε μία εικόνα η οποία είναι «πειραγμένη» δημιουργικά. Και εσύ ως δημιουργός αισθάνεσαι λίγο σαν ζωγράφος, που έχεις στα χέρια σου μία παλέτα και μπορείς να μετατρέπεις τα χρώματα των εικόνων, όπου εσύ θεωρείς σκόπιμο. Το αποτέλεσμα είναι εξαιρετικό!».

Επίσης, τις βασικές πινελιές του ύφους, της αισθητικής και της ατμόσφαιρας μίας ταινίας καλούνται να τις βάλουν μία σειρά από επαγγελματίες, οι οποίοι αν και κινούνται στο παρασκήνιο, η δουλειά τους έχει την ικανότητα να «φωτίσει» μοναδικά μία ταινία.

Το μοντάζ είναι αναμφισβήτητα μία τεχνική διαδικασία που αναδεικνύει τη δουλειά του συνεργείου και των ηθοποιών. Ο Γιώργος Μαυροψαρίδης είχε ήδη ξεκινήσει να δουλεύει την ταινία από τα γυρίσματα, μαζί με τη συνεργάτιδά του Ευγενία Λαμπρινίδου. Ο Νικόλας αναφέρει, «Η διαδικασία του μοντάζ είναι εκπληκτική επειδή βλέπεις το όραμά σου να γίνεται πραγματικότητα. Από τη μεριά μου, είχα ξεκάθαρη ιδέα για το πώς ήθελα να είναι η ταινία, αλλά ακόμα και έτσι, κάποια πράγματα που σκέφτηκε ο Γιώργος και ιδιαίτερα η σειρά κάποιων σκηνών ήταν ευρηματική! Ο Γιώργος είναι ένας σπουδαίος μοντέρ, και ως τέτοιος, μπορεί να διαβλέπει τη δυναμική μίας ταινίας, κάτι που ο σκηνοθέτης, δεν μπορεί να κάνει επειδή είναι πολύ στενά συνδεδεμένος με το υλικό του. Αυτός και η Ευγενία, προσέφεραν τη δική τους φρέσκια και ιδιαίτερη ματιά». Και ο Γιώργος Μαυροψαρίδης αναφέρει από τη μεριά του ότι, «η συνεχής επαφή που είχαμε η Ευγενία και εγώ με το σκηνοθέτη, από τα γυρίσματα κιόλας της ταινίας, μας επέτρεψε να επιλύσουμε άμεσα όλα τα μονταζιακά ζητήματα που προέκυπταν. Το ύφος του μοντάζ άρχισε να διαμορφώνεται υπηρετώντας άλλοτε, με ένα μοντέρνο τρόπο, τη δραματουργία του σεναρίου και άλλοτε προσπαθώντας να αναδείξει στιλιστικά τις ιδιαίτερες αποχρώσεις των ψυχολογικών καταστάσεων που βίωναν οι ήρωες. Και όλα αυτά σε ένα δεδομένο πλαίσιο μιας νεανικής και μουσικής ταινίας που στοχεύει σε ένα ευρύ κοινό».

Η μουσική σε μία ταινία έχει πολύ μεγάλη δύναμη, πόσο μάλλον στην περίπτωση του ALTER EGO, που η ιστορία περιστρέφεται γύρω από τη ζωή ενός συγκροτήματος. Για το λόγο αυτό, η Village Productions προσέγγισε τον Soumka, ένα νέο δημιουργό του οποίου το ταλέντο «ξεχειλίζει» και διαπερνά τη μουσική του. Όπως λέει και ο ίδιος ο Soumka, «όταν η ταινία έχει σαν θέμα τη ζωή, την αγάπη και τα συναισθήματα, και μέσα από αυτά παρουσιάζει και δοκιμάζει τη φιλία, τη δόξα, τη φήμη και θρηνεί με την απώλεια, ο ρόλος της μουσικής είναι απαραίτητος. Η ισορροπία των συναισθημάτων του κοινού, αλλά και των ηθοποιών, εξαρτάται κατά πολύ από τις μελωδίες που 'ντύνουν' την ιστορία. Αυτό είναι και το ‘μυστικό’ για τη δημιουργία του μουσικού θέματος μίας ταινίας; άλλοτε καλείται να κρατήσει τις συναισθηματικές ισορροπίες και άλλοτε να κάνει ακριβώς το αντίθετο». Αξίζει να σημειωθεί ότι είναι η πρώτη φορά στα χρονικά του ελληνικού κινηματογράφου, που επενδύθηκε ένα τόσο μεγάλο budget για μουσική ταινίας, καθώς και ότι εξασφαλίστηκαν τα δικαιώματα τόσων ξένων αυθεντικών τραγουδιών.

Για τη μουσική του ALTER EGO έγινε ζωντανή ηχογράφηση στη Βουλγαρία με τη συμφωνική ορχήστρα της Σόφιας, η οποία θεωρείται μία από τις καλύτερες ορχήστρες του κόσμου. Στην προκειμένη περίπτωση, επιλέχτηκε να γίνει ζωντανή ηχογράφηση και να μην ακολουθηθεί ο συνήθης δρόμος της ηλεκτρονικής επεξεργασίας και των synthesizers. Επίσης, σε κάποια άλλα σημεία, χρησιμοποιήθηκαν vocαls, τα οποία έκανε η Kristina.

Η εικόνα των ηθοποιών της ταινίας, έπαιξε μεγάλο ρόλο στο να αναδείξει τους χαρακτήρες και να αποδώσει την κατάλληλη ατμόσφαιρα. Ο Χρόνης Τζήμος, η Χριστίνα Χαντζαρίδου και η Εύη Ζαφειροπούλου που ήταν υπεύθυνοι για τις κομμώσεις, τα κοστούμια και το μακιγιάζ, αντίστοιχα, βοήθησαν ώστε να τονιστούν οι χαρακτήρες και να υποστηριχτούν οι ρόλοι, έτσι όπως είχαν σκιαγραφηθεί στο σενάριο.

Όπως σημειώνει με το χαρακτηριστικό του ταμπεραμέντο, ο Χρόνης Τζήμος, «όλοι είχαν να πουν 'το μακρύ και το κοντό τους' για το πώς φαντάζονταν τους ηθοποιούς! Είχα όμως και εγώ τις δικές μου απόψεις και τις υπερασπίστηκα δεόντως!» Εξαρχής, όλα τα μέλη της παραγωγής, και ο Χρόνης, συμφώνησαν ότι εκείνο που θα έπρεπε να αλλαχτεί πρώτο ήταν το look του Σάκη Ρουβά, και ειδικά η κόμμωσή του, ώστε να μη θυμίζει σε τίποτα τον σταρ που έχει το κοινό στο μυαλό του και ταυτόχρονα να συνδυάζεται με τη ροκ ατμόσφαιρα της ταινίας. Για τους υπόλοιπους ηθοποιούς, ο Χρόνης, υποστήριξε από την αρχή την άποψη ότι η Ντορέττα Παπαδημητρίου, ως η «femme fatale» του γκρουπ έπρεπε να έχει πολύ μακριά ξανθά μαλλιά - άποψη που έτυχε γενικότερης αποδοχής -, ο Δημήτρης Κουρούμπαλης, ως ακραίος και τολμηρός χαρακτήρας, ξανθές ανταύγειες, ενώ ο Λαέρτης Μαλκότσης να είναι εντελώς ξυρισμένος, προσθέτοντας χαριτολογώντας «…λόγω έλλειψης budget!».

Η Εύη Ζαφειροπούλου, υπεύθυνη για το μακιγιάζ στην ταινία, τονίζει ότι ο κάθε ηθοποιός έπρεπε να φέρει στοιχεία του χαρακτήρα του. Ο Σάκης έπρεπε να φαίνεται ότι μπορεί να είναι και απλός, καθημερινός και να έχει μία εμφάνιση που δεν θυμίζει σε τίποτα τον σταρ που όλοι γνωρίζουμε. Η Δανάη, καθώς είναι μόλις 23 χρονών, έπρεπε να δείχνει μεγαλύτερη και ταυτόχρονα γοητευτική και μυστηριώδης, σαν μία κοπέλα που έχει ζήσει πολλά. Όσο για τον Κουρούμπαλη, η ιδέα της Εύης ήταν να έχει πολλά τατουάζ, κάτι που ταίριαζε πολύ με τον χαρακτήρα του, όμως έκανε πιο πολύπλοκη τη δουλειά της, ειδικά σε σκηνές, όπως ήταν αυτή σε μία πισίνα, όπου έπρεπε σε κάθε λήψη να ανανεώνεται το χρώμα στο βρεγμένο δέρμα του ηθοποιού.

Για την Χριστίνα Χαντζαρίδου, οι πιο σημαντικές δυσκολίες που αντιμετώπισε ήταν αφενός ότι έπρεπε να «δέσει» τους ηθοποιούς σε ένα γκρουπ και αφετέρου να κρατήσει την ισορροπία ανάμεσα στον λαμπερό κόσμο της showbiz και στη σκληρή πολλές φορές καθημερινότητα που αντιμετωπίζουν. Όπως λέει χαρακτηριστικά, «θέλησα να παρουσιάσω τον Σάκη με ένα εντελώς διαφορετικό πρόσωπο, παρόλο που είχα επίγνωση ότι αυτό θα ξένιζε το κοινό του. Όμως, μόνο έτσι θα μπορούσε να ταιριάξει με το υπόλοιπο γκρουπ, αλλά και να βγάλει προς τα έξω τα πιο εσωτερικά στοιχεία του χαρακτήρα που ενσάρκωνε».

Δύο είναι οι στρατηγικές επιλογές της Village Productions, αφενός η δημιουργία νέων ελληνικών κινηματογραφικών παραγωγών – και ως εκ τούτου, η ενίσχυση του ελληνικού κινηματογράφου και αφετέρου η προβολή αυτών των παραγωγών εκτός των συνόρων της χώρας μας. Στο ίδιο μήκος κύματος, ο Νικόλας Δημητρόπουλος σημειώνει, «Η Ελλάδα διαθέτει πολλούς ταλαντούχους ανθρώπους, σπουδαίους επαγγελματίες που είναι διατεθειμένοι να δουλέψουν σκληρά ώστε να προωθήσουν τον ελληνικό κινηματογράφο, έξω από τα σύνορα της Ελλάδας. Τέτοιοι άνθρωποι δούλεψαν και για το ALTER EGO και τους αξίζουν τα καλύτερα». Ο Δημήτρης Κουρούμπαλης καταλήγει, «Στον κινηματογράφο χρειάζονται ταινίες σαν το ALTER EGO. Ταινίες που να προκαλούν τους συντελεστές τους να 'βυθίζονται' στην παραίσθηση που πάνε να δημιουργήσουν. Και να το απολαμβάνουν!».

ALTER EGO: μέσα από μία ξεχωριστή ταινία – που φαντάζει ξένων προδιαγραφών – μία ιστορία του σήμερα, ζωντανή, μοντέρνα, φρέσκια και δυναμική!